βλακεία


βλακεία
[влакиа] ουσ. Θ. глупость

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "βλακεία" в других словарях:

  • βλακεία — βλᾱκείᾱ , βλακεία slackness fem nom/voc/acc dual βλᾱκείᾱ , βλακεία slackness fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλακεία — Μορφή διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών. Ενδιαφέρει το ποινικό δίκαιο, γιατί η ύπαρξή της μπορεί να θεμελιώσει έλλειψη ικανότητας για καταλογισμό αξιόποινων πράξεων. * * * η (AM βλακεία) [βλακεύω] διανοητική καθυστέρηση μέτριου βαθμού νεοελλ …   Dictionary of Greek

  • βλακεία — η 1. η ανοησία, η ηλιθιότητα, η μωρία: Η βλακεία του δεν έχει όρια. 2. λόγος ή πράξη ανόητη, κουταμάρα: Μη λες βλακείες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βλακείᾳ — βλᾱκείᾱͅ , βλακεία slackness fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • απύθμενος — η, ο (AM ἀπύθμενος, ον) ο χωρίς πυθμένα νεοελλ. 1. ο υπερβολικά βαθύς («απύθμενος ωκεανός») 2. φρ. «απύθμενη βλακεία» ειρων. απέραντη, πρωτοφανής βλακεία …   Dictionary of Greek

  • ηλιθιότητα — η (AM ἠλιθιότης) [ηλίθιος] το γνώρισμα τού ηλιθίου, μωρία, ανοησία βλακεία νεοελλ. 1. σύμφυτη ή επίκτητη διανοητική κατάσταση, κατά την οποία το άτομο βρίσκεται στην κατώτατη βαθμίδα διανοητικής ανάπτυξης, τής οποίας αμέσως κατώτερος βαθμός είναι …   Dictionary of Greek

  • βλακείας — βλᾱκείᾱς , βλακεία slackness fem acc pl βλᾱκείᾱς , βλακεία slackness fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αηδία — η (Α ἀηδία) 1. αηδιαστική γεύση, ανοστιά, σιχασιά 2. αηδιαστικό αίσθημα, αποστροφή, απέχθεια, αντιπάθεια νεοελλ. ανόητος λόγος, βλακεία, σαχλαμάρα αρχ. 1. δυσαρέσκεια 2. μισητή, οχληρή παρουσία. [ΕΤΥΜΟΛ. < αηδής. ΠΑΡ. αηδιάζω] …   Dictionary of Greek

  • ανεγκεφαλία — η 1. ιατρ. εκγενετής έλλειψη εγκεφαλικών ημισφαιρίων και κρανιακού θόλου 2. μτφ. βλακεία, μωρία …   Dictionary of Greek

  • ανοησία — η (Α ἀνοησία) η ιδιότητα του ανόητου, βλακεία, απερισκεψία νεοελλ. συνεκδ. ανόητη πράξη ή λόγος αρχ. το ακατάληπτο, το ακατανόητο …   Dictionary of Greek